T: +30 2310 546 683, +30 2310 593 270,  T/F: +30 2310 593 271


ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ/THESSALONIKI CENTER OF CONTEMPORARY ART
ΑΠΟΘΗΚΗ Β1, ΛΙΜΑΝΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ/WAREHOUSE B1 - THESSALONIKI PORT
ΤΘ 10758 - 541 10 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ/PO BOX 10758 - 541 10 THESSALONIKI, GREECE

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

GREATEST KITSCH 2009. ΤΟ ΚΙΤΣ ΣΗΜΕΡΑ

Poster Ημερομηνίες διεξαγωγής: 15/04/2009 ... 10/05/2009

15 Απριλίου – 10 Μαΐου 2009

Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης
σε συνεργασία με την

Παράλλαξη (Free press)
Αποθήκη Β1, Λιμάνι


Πού ξεκινάει και πού σταματάει το κιτς σήμερα; Ποιοι βάζουν τα όρια, τι και ποιος μπορεί να χωρέσει στον ορισμό αυτής της λέξης;
Το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης σε μια συμπαραγωγή με το δωρεάν διανεμόμενο περιοδικό «Παράλλαξη» δίνει βήμα στις απαντήσεις του κοινού.
Απαντήσεις, όπως αυτές προέκυψαν μέσα από τις συμμετοχές του ομώνυμου διαγωνισμού φωτογραφίας που διοργάνωσε το περιοδικό.


Μια σκιαγράφηση των θεωρητικών προσεγγίσεων για το κιτς στον 20ο αιώνα.

Το κιτς ως πολιτισμικό φαινόμενο αναδύεται στη βιομηχανική δύση παράλληλα με την τέχνη της πρωτοπορίας. Σύμφωνα με τον Αμερικανό ιστορικό του μοντερνισμού, Clement Greenberg, ο γερμανικής καταγωγής όρος που προέρχεται ενδεχομένως από το ρήμα verkitschen (φτηναίνω) αναφέρεται σε πολλαπλές εκφάνσεις της μαζικής κουλτούρας όπως η τέχνη των χρωμολιθογραφιών, τα εικονογραφημένα λαϊκά αναγνώσματα, η ελαφρολαϊκή μουσική, τα κινούμενα σχέδια, οι χολιγουντιανές ταινίες, οι εμπορικές διαφημίσεις και συνδέεται με την εισαγωγή της καθολικής εγγραματοσύνης.
Οι κοινωνικοί όροι της ανάδυσης του κιτς ανάγονται στην αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης των πόλεων και στη βαθμιαία μετατροπή των αγροτικών πληθυσμών σε αστικούς. Η υποχώρηση του λαϊκού πολιτισμού της υπαίθρου ώθησε τις νέες αστικές μάζες σε αναζήτηση φτηνών, μαζικών υποκατάστατων της ‘αυθεντικής’ εμπειρίας της κουλτούρας.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της μαζικής εξάπλωσης του κιτς στις αστικές κοινωνίες του 20ού αιώνα; Η διεισδυτική ανάλυση του Γκρίνμπεργκ παραμένει χρήσιμη και σήμερα:
Το κιτς είναι μηχανικό και λειτουργεί με συνταγές.
Το κιτς είναι η κατ’ εξουσιοδότηση εμπειρία και η πλαστή αίσθηση.
Το κιτς αλλάζει σύμφωνα με τον συρμό αλλά παραμένει πάντοτε το ίδιο.
Το κιτς είναι η επιτομή όλων όσα είναι κίβδηλα στη σύγχρονη ζωή. *
Η εξάπλωση του κιτς συνδέεται εξάλλου και με τις αυξημένες τεχνολογικές δυνατότητες του βιομηχανικού καπιταλισμού που επέτρεψαν, για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη έκταση, τη μαζική αναπαραγωγή του έργου τέχνης, γεγονός που το απελευθέρωσε -σύμφωνα με τον Walter Benjamin- από την παρασιτική υπαγωγή στην αυστηρά τελετουργική χρήση του.
Μια νέα συζήτηση για το ρόλο και τον χαρακτήρα της τέχνης ξεκινάει με άξονα το αντιθετικό ζεύγος αυθεντικό – αντίγραφο που επιτρέπει τους καλλιτέχνες να δουν τον εαυτό τους σε εναλλακτικά σχήματα κοινωνικής δράσης. Οι εφαρμογές της τυπογραφίας και του σχεδιασμού εντύπων, οι ανάγκες της πολιτικής προπαγάνδας ολοκληρωτικών και δημοκρατικών καθεστώτων και ο κινηματογράφος αξιοποιούν τα επαναστατικά δεδομένα που ορίζει ‘η τέχνη στην εποχή της τεχνολογικής αναπαραγωγής’. Η έννοια του κιτς διευρύνεται καθώς εμπερικλείει μεθόδους πολιτικής χειραγώγησης και ιδεολογικής καθοδήγησης των μαζών.
Σήμερα έχουμε υπερβεί το στάδιο της ανάγνωσης του κιτς μέσα από τα αντιθετικά σχήματα του υψηλού και του χαμηλού, του ακαδημαϊκού και του ανεπίσημου, κατά το πρότυπο της κριτικής σχολής της Φρανκφούρτης. Ο Μαρκούζε θεωρούσε δεδομένη τη διάκριση ανάμεσα στα δύο είδη κουλτούρας: Η ανώτερη – υψηλή κουλτούρα αντιμετωπίστηκε ως η κιβωτός των υψηλών ανθρώπινων αξιών, του καλού γούστου, η μόνη επαναστατική δύναμη που όφειλε να μείνει αλώβητη από τη μαζική παραγωγή της σύγχρονης κοινωνίας, ενώ τα φαινόμενα της μαζικής κουλτούρας, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, κρίθηκαν ανάξια αναλυτικής προσέγγισης.
Ωστόσο, εδώ και μισό αιώνα, μέσα από τις θεμελιώδεις μελέτες της βρετανικής σχολής των cultural studies, το πρίσμα ανάλυσης των φαινομένων της κουλτούρας έχει διευρυνθεί με στόχο να συμπεριλάβει ζητήματα που άπτονται της καθημερινής ζωής, μεθόδους αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου και σύγχρονους τρόπους ψυχαγωγίας, πάντοτε με διάθεση έντονης πολιτικής παρέμβασης εκ μέρους των θεωρητικών της συγκεκριμένης σχολής. Η βιωμένη εμπειρία ως συνολική αντίληψη και τρόπος ζωής αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον με πεδία έρευνας τις λαϊκές πολιτισμικές εκφράσεις, την προφορική ιστορία και την ανίχνευση της λαϊκής μνήμης. Από την ανάλυση των μηχανισμών του θατσερισμού ως την κριτική τηλεοπτικών σειρών, τα διευρυμένα πεδία έρευνας των πολιτισμικών σπουδών συσκοτίζουν τις ασφαλείς βεβαιότητες και τις απόλυτες διακρίσεις μεταξύ αυθεντικής πολιτισμικής εμπειρίας και φτηνής, μαζικής αναπαραγωγής, όπως έτεινε να οριστεί το κιτς παλαιότερα.
Στην Ελλάδα, η μελέτη του κιτς δεν έχει γίνει ακόμη πεδίο συστηματικής διεπιστημονικής προσέγγισης, αν εξαιρέσουμε ορισμένες απόπειρες καταγραφής της δεκαετίας του ’80 –χρυσής εποχής ανάδυσης και εξάπλωσης του κιτς. Η ανατροπή των πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της πρώτης συνεχούς διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ ανέδειξε στη δημόσια σφαίρα περιθωριακές μορφές ‘λαϊκής’ έκφρασης, τροφοδότησε νομιμοποιητικούς μηχανισμούς του λαϊκισμού σε μία απόπειρα διασφάλισης της ηγεμονίας τόσο στον πολιτικό όσο και στο πολιτισμικό πεδίο με αμφίβολα αποτελέσματα που χρήζουν συστηματικής μελέτης. Από τη διάδοση συγκεκριμένων ενδυματολογικών προτιμήσεων των εκπροσώπων μιας μικροαστικής τάξης που ανέτρεψε την υφιστάμενη ιεραρχία, μέχρι τη μαζικοποίηση του ‘απενοχοποιημένου σεξ για οικιακή κατανάλωση’ που εξασφάλισε η εγχώρια βιομηχανία της βιντεοκασέτας, τα υβριδικά πολιτισμικά φαινόμενα της δεκαετίας του ’80 χρήζουν ώριμης αποτίμησης και -γιατί όχι- μιας σοβαρής απόπειρας αξιολόγησης στο επίπεδο μιας εκτεταμένης παρουσίασης με σύγχρονη μουσειολογική αντίληψη, ένα σχέδιο που εντάσσεται στον εκθεσιακό προγραμματισμό του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης για τα επόμενα χρόνια.
Επειδή δεν είμαστε έξω και πέρα από το κιτς, επειδή το κιτς αποτελεί πλέον εργαλείο της σύγχρονης εικαστικής δημιουργίας, ανάγοντάς μας απευθείας σε αδιαμεσολάβητες από θεωρητικά σχήματα παιδικές μνήμες, ωρίμασε μάλλον η εποχή να σταθούμε ως κριτικοί θεατές σε ό,τι αποτελεί ούτως ή άλλως σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μας.

Συραγώ Τσιάρα

Δρ. Ιστορίας της Τέχνης – Διευθύντρια Κ.Σ.Τ.Θ.




*Clement Greenberg, Τέχνη και Πολιτισμός, μετάφραση – επιμέλεια: Νίκος Δασκαλοθανάσης, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2007, σ.

root

Invitation